|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο toll παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: bar
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | toll n | (road fee) | διόδια ουσ ουδ πλ | | | If we take that road, we'll have to pay a toll; perhaps we should try an alternative route. | | | Άμα πάμε από αυτό τον δρόμο θα πρέπει να πληρώσουμε διόδια· ίσως θα έπρεπε να δοκιμάσουμε μια εναλλακτική διαδρομή. | | toll n | figurative (extent of damage) | απολογισμός ουσ αρσ | | | | τίμημα ουσ ουδ | | | The authorities are still calculating the toll of the floods. | | | Οι αρχές ακόμα κάνουν τον απολογισμό των πλημμυρών. | | toll⇒ vi | (bell: ring slowly) (σιγανά, ως κάλεσμα) | χτυπάω, χτυπώ ρ αμ | | | | ηχώ ρ αμ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. | | | The church bells were tolling in the distance. | | | Οι καμπάνες της εκκλησίας ηχούσαν πέρα μακριά. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | toll n as adj | (bridge, road: fee required) | με διόδια περίφρ | | | Edward needed to get to his destination quickly, so he took the toll road. | | toll [sth]⇒ vtr | (ring slowly) (σιγανά, ως κάλεσμα) | χτυπάω, χτυπώ ρ μ | | | The vicar climbed the steps into the tower and began tolling the bell. |
|
|